Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Νυχτώνει και έχει πολύ κρύο απόψε. Ο ουρανός βαρύς και χαμηλωμένος. Ανασαίνεις και το χνώτο γίνεται μεμιάς ένα με τα σύννεφα. Παίζω με τις ανάσες. Οι μικρές εκπνοές γίνονται σύννεφα λευκά κ οι αναστεναγμοί μαύρα, από κείνα που κρύβουν νερό. Κλειστά παράθυρα, φρουροί για την ζέστη την οικιακή -το κρύο, το κρύο, το κρύο αχ το κρύο- κ’ οι δρόμοι αδειανοί. Ούτε μια αδέσποτη γάτα. Για σκύλο ούτε λόγος. Λέω, ή πως θα ‘χουν σπίτια τα ζωντανά, ή πως πέθαναν όλα από το περσινό χιόνι. Τριγύρω το εύτακτο του άδειου. Στην γειτονιά ησυχία. Οι απέναντι βλέπουν τηλεόραση. Οι δίπλα στους απέναντι, νταντεύουν ένα μωρό. Και η κυρία κάτω από τους δίπλα στους απέναντι, χτενίζει τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη του υπνοδωματίου, μέσα σ ένα αφράτο μπουρνούζι. Σαν σε σινεμά. Κανείς δεν έχει κουρτίνες ή παντζούρια εδώ. Και κανείς δεν κοιτά το ξένο παράθυρο. Μόνο εγώ κάθομαι δίπλα στο δικό μου και τους κοιτάω όλους. «Τι αδιακρισία!» θα σκεφτόντουσαν αν με βλέπανε. Μα δεν με βλέπουν και δεν θα με δουν ποτέ στο δικό μου δίχως κουρτίνα παράθυρο, έτσι που είναι μαθημένοι να μην κοιτούν. Εδώ είμαι στ’ αλήθεια αόρατη. –Να θυμηθώ να τσεκάρω με το μολύβι μου το παιδικό όνειρο.- Στο δωμάτιο ακούγεται μια σουίτα για τσέλο, του Μπαχ. Ένα όργανο μονάχο του. Δεν θέλω κι ούτε χρειάζονται περισσότερα. Ησυχία. Την καταλαβαίνω καλύτερα τούτη την μουσική εδώ. Την καταλαβαίνω δηλαδή πιο μέσα μου, με τις δονήσεις της πιο κοντά στο στομάχι, γιατί τώρα το βλέπω πως έχει φτιαχτεί από τις όψεις του γρανίτη, το πράσινο του δάσους και μια αγωνία για φως. Έρχεται και το φως κάπου κάπου. Κι αυτό αλλιώτικο. Πιο λευκό, εκτυφλωτικό, σάμπως και κάτι μυστήριο συμβαίνει στους ουρανούς. Ο ήλιος σ’ άλλη θέση, χαμηλά στο ύψος των ματιών, να μην μπορείς να κοιτάξεις ίσια μπροστά σου, έτσι που θαρρείς πως είναι 3 το μεσημέρι και ας έχει μόλις ανατείλει. Περίεργος. Κι ας έλεγα πως τον ξέρω καλά, εδώ μασκαρεύεται, βάζει λευκαντικά και αντί για κίτρινος, θερμός, γίνεται σαν λάμπα νοσοκομειακή, με μια λάμψη αποτρόπαια σκληρή. Δεν φτάνει να με ζεστάνει τώρα που οι βαθμοί της θερμοκρασίας είναι λιγότεροι από τα δάχτυλα του ενός χεριού, μα έχει όλο μου τον σεβασμό για τούτο το ολοκαίνουργιο στα μάτια μου, απόκοσμο μεγαλείο στην στεφάνη του. Πριν να κερδίσει τις εντυπώσεις μου ο ήλιος, με είχαν συνεπάρει κάτι κορφές.Όταν ταξίδευα προς τα Βόρεια, το αεροπλάνο πέρασε πάνω από τις Άλπεις. Εκεί να δεις ανατριχίλα και κομμένη ανάσα. Όχι από φόβο μωρέ, από το μεγαλείο, το δέος. Να σε παίρνει η καλή σου η τύχη μια μέρα και να σου κάνει δώρο έτσι απλόχερα πέντε λεπτάκια πτήσης πάνω από τις Άλπεις. Ευγνώμων για την τεχνολογία, παρ ’ολίγο να γίνω χαλκομανία στο παραθυράκι μου από τον ενθουσιασμό. Αυτές τις κορυφές, και ποτέ μου να μην τις ξαναδώ, τις έχω παραχώσει τόσο καλά στο θυμητικό μου που ξέρω πως θα αναριγώ στην σκέψη τους μέχρι να μου κοπεί η ζήση. Εκεί προς το τέλος του ταξιδιού, μετά τα βουνά, ήρθε η ισιάδα. Βαθιά σκοτεινή θάλασσα και ισιάδα. Εύκολη προσγείωση σκέφτηκα με τόση ισιάδα. Και ήταν εύκολη πράγματι. Έφτασα στο άστυ, κατατοπίστηκα για τα περί των μετακινήσεων μου, εγκαταστάθηκα. Αμφιβάλλω πολύ όμως αν ήταν τόσο εύκολη και για όλους αυτούς τους μετανάστες που βλέπω κάθε μέρα να τρέχουν στην παγωνιά με μαγκωμένους μυς, για να προλάβουν τα πρώτα τραίνα. Υπολογίζω πως παρά την ισιάδα του εδάφους μάλλον ταρακουνήθηκαν αρκετά ώσπου να φτάσουν στα μικρομάγαζα της πρωτεύουσας να πουλούν καραμελωμένα αμύγδαλα , κεμπάμπ και όσπρια, ή να φτιάχνουν κλειδιά και να επιδιορθώνουν παπούτσια για τους αυτόχθονες της κρύας χώρας. Α ναι, εδώ, στην εύτακτη τούτη πολιτεία με τους αδειανούς από το πολύ κρύο δρόμους και τους κουκουλωμένους με στρώματα και στρώματα από ρούχα ανθρώπους, υπάρχει πρόνοια για όσους προσγειώθηκαν στην πεδιάδα ανώμαλα. Έχει γραφεία να πας, χαρτιά να βγάλεις, υπηρεσίες να δηλωθείς, επιδόματα για να πάρεις. Είναι καλύτερα εδώ. Έτσι θαρρούσα δηλαδή. Ώσπου τους είδα να σαλτάρουν στους κάδους έξω από τα μεγάλα σούπερ μάρκετ, να αρπάζουν το σάπιο κρέας για να φάνε. Και μετά έμαθα τα ποσά των αμοιβών για το μεροκάματο του εργάτη. Λοιπόν, εδώ, αυτό που δεν πεινάς μα επιβιώνεις έστω με το σάπιο κρέας, γιατί απ το άλλο δεν σου φτάνει ο μισθός να αγοράσεις, αυτό που έχοντας γνώση της καταγωγής σου το παίρνεις μια και καλή απόφαση πως δεν λογίζεσαι ισότιμα με τον καλοβαλμένο ξανθό κύριο παραδίπλα σου για δουλειά γιατί απλά, απλούστατα, την χρειάζεσαι περισσότερο, αυτό που αν δεν σου φτάσουν για το νοίκι τουλάχιστον υπάρχει δομή κρατική και έτσι κάπου θα σε κοιμίσουν για να μην πεθάνεις μέσα στον πάγο και το κρύο, αυτό που τα παιδιά των μεταναστών, γενιές δεύτερες και τρίτες, θα γραπωθούν από τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό μήπως και νιώσουν λίγη από την ψευδαίσθηση μιας δύναμης στα χέρια τους, αυτό που θα σκοτωθούν με τα άλλα φτωχά παιδιά από την δίπλα γειτονιά για να ρθει η «πολύ καλή» αστυνομία και να συγυρίσει μετά, αυτό, το λένε σοσιαλδημοκρατία. Επιτυχημένη. Και είναι λέει ωραίος ο καπιταλισμός της σοσιαλδημοκρατίας. Είναι αλλιώτικος, δεν πονάει καθόλου, κι ούτε που τον καταλαβαίνεις. Είναι ωραίος και διαφορετικός εδώ στις σκανδιναβικές χώρες, έχει κράτος κοινωνικό, η οργάνωση του είναι χωρίς ψεγάδια, τα λεωφορεία θα τα βρεις πάντα στην ώρα τους, τους δρόμους δίχως άστεγους, δίχως αδέσποτα, και βεβαίως σε ετοιμότητα τα εκχιονιστικά και το αλάτι. Κ είναι όλοι περήφανοι για τούτη την σοσιαλδημοκρατία, το χουν καμάρι που ναι προνοητικοί και είναι όλα καθαρά και άσπρα κάθε πρωί. Μόνο που εγώ φοβάμαι. Γιατί έμαθα πως έτσι που νυχτώνει νωρίς και οι σκοτεινές ώρες είναι πολλές, η σοσιαλδημοκρατία έπαθε κρίση ταυτότητας και γυρεύοντας στηρίγματα πλάγιαζε τα βράδια με αγόρια αμφιβόλου ηθικής, κάπως πιο... φιλελεύθερα. Εν τέλει αρρώστησε βαριά και ύστερα τα τίναξε. Το χειρότερο δε είναι, πως οι θαυμαστές της είναι από κείνους που έχουν μάθει να μην κοιτάνε τα ξένα παραθύρια, ούτε καν για να βεβαιωθούν πως ο γείτονας που τρώει από το σάπιο κρέας ακόμη ζει. Και έτσι η δύσμοιρη η αποθανούσα, θα σαπίσει εντελώς και ολωσδιόλου, η μπόχα απ το κουφάρι της θα ξεχυθεί στην χώρα και τούτοι εδώ οι τύποι θα ψάχνονται αναμεταξύ τους να βρουν ποιος έφαγε το χαλασμένο χάμπουργκερ...

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Ανάμεσα στις προσταγές , τα αναμασήματα, τις εξοφλήσεις, ανάμεσα στα σφιγμένα δόντια και τα δαγκωμένα βλέμματα, ανάμεσα, μπορεί και να ξεφύγει μια στάλα θέρους. Δες, μια μικρή, αδιόρατη γραμμούλα από φως, μια εκ παραδρομής επίσκεψη, ένα κατά λάθος τηλεφώνημα, παραπάτημα, ξαφνικό ράγισμα στο μάρμαρο. Αντίστιξη. Αντί της στίξης μου, μη στάξει και μη βρέξει, χωρίς τόνους θα στο πω, χωρίς θαυμαστικά, τελείες και άλλα σημεία, θα στο πω με μια λέξη που δεν θα χωρίζει ποτέ, μόνο θα χαρίζει, θα ναι μικρή και μεγάλη, θα ναι εύκολη και δύσκολη, και μόλις την βγάλω από το βαρύ χοντρό λεξικό μου θα διαλυθεί στο στόμα σου, θα γίνει σκόνη ανάμεσα στα χείλη και θα σπαρθεί στον άνεμο για να μυρίσει χλόη. Κ’ έπειτα, όταν θα φανεί το σώμα, σπασμένο από τις λέξεις τις παλιότερες, βρώμικο από χώματα περασμένα κι ανάστατο από τις ερμηνείες που έλειψαν, θα αρχίσει πόλεμος. Τότε θα αναμετρηθούν. Το σώμα και η λέξη.
Ύστερα επιτέλους ας φιλιώσουν.
---------------


Λύσε τα μαλλιά σου και κατέβασε τα χέρια. Καμία απειλή. Το στόμα σου έχει αρχίσει να ραγίζει στις άκρες, κάτι σημαδάκια το βαθουλώνουν. Μην κλαις άλλο γιατί θα σπάσει. Ξεκίνα να χαμογελάς. Να αρχίσουν τα λάμπουν τα μάτια στο χαμόγελο, να ενωθούν οι έξω άκρες τους, να υψωθούν τα ζυγωματικά. Στην κλείδα σου να χαθεί μια θάλασσα, να τρεμοπαίξει ο ναυαγός στους κυματισμούς του λαιμού. Μόνο πρόσεχε τα νύχια τα γυαλιστερά των αρσενικών που δεν λογαριάζουν το άλγος. Αυτές τις φυσικές λίμες που τρομοκρατούν κάθε μαλακή σου υφή.
-------------


Κοίτα, έχω μαργαρίτες ανάμεσα στα πόδια μου. Κόβω και μαδάω πέταλα, λέω το τραγουδάκι. Κοίτα, έχω χλόη στα μάτια, θάλασσα στους ώμους, χώμα στο στόμα και λέξεις πέτρες. Πέτρες καταπάνω σου, να δεις και να μυρίσεις αίμα. Κοίτα.
---------

Με Δάνειο

Επιδοτούμενη
από ίδρυμα πιστωτικό των υποσχέσεων
ξεκίνησα την επιχείρηση.
Τώρα λοιπόν που χρεοκοπήσαμε
το κλείσαμε το μαγαζί
και έμεινα υπόχρεη,
θα σε ξοφλήσω
με τοκισμένη απόγνωση.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Επιμένω να προσπαθώ να εξιχνιάσω το μυστήριο και να εντοπίσω το πρόβλημα έχοντας την πεποίθηση πως άπαξ και το αναλύσω σωστά, τελικά θα καταφέρω να του βρω μία λύση και να το στείλω θριαμβευτικά στον αγύριστο. Λέω λοιπόν στον φίλτατο εαυτούλη μου, που ενώ τον συμπαθώ δεν λέω, τελευταία μου τα έχει κάνει πολλά και έχει αρχίσει να μου την δίνει επικίνδυνα, «κάτσε κάτω τώρα ζωντόβολο και τυραννήσου, φάε το συκώτι σου και την σπλήνα σου ακόμη, χρησιμοποίησε επιτέλους τις εγκεφαλικές σου συνάψεις(του κάνω την χάρη να πιστεύω ότι διαθέτει ακόμη μερικές τέτοιες ανέπαφες), τελοσπάντων κάνε ότι χρειάζεται να κάνεις, αλλά βρες το πρόβλημα. Βρες το, λύσε το και τελείωνε με αυτή σου την κατάσταση! Τώρα!» Και φυσικά ο εαυτούλης μου που είναι τζαναμπέτης και βολεψάκιας από την φύση του, με αγνοεί επιδεικτικά και εμένα και τις απαιτήσεις μου και ανοίγει ένα βιβλίο ή βγαίνει καμιά βόλτα για να περάσει η ώρα. Οπότε το πρόβλημα παραμένει στην παρέα μας, ισχυροποιεί την θέση του, πίνει καφέ, κάνει τούμπες στο στομάχι μου, βολεύεται στο μαξιλάρι μου, ενώ τα βράδια μου τρώει την ψυχή και μετά πλένει και τα δόντια του για να αποφύγει τα υπολείμματα. Άκρη λοιπόν δεν βρίσκω, ο εαυτός μου δεν συνεργάζεται και τα νεύρα μου τεντώνουν. Το περίεργο με τα συγκεκριμένα νεύρα βέβαια είναι ότι είναι φτιαγμένα από κάποιο εξαιρετικά ελαστικό υλικό το οποίο έχει την ιδιότητα να τεντώνει τόσο που μου δίνει την εντύπωση πως αν τα έβαζα τα προαναφερθέντα νεύρα έτσι τεντωμένα σε μία ευθεία, θα έφτανα με άνεση μέχρι την Κίνα. Όπως και να έχει όμως, στην Κίνα ή αλλού, μια κάποια λύση πρέπει να βρεθεί. Όχι τίποτα άλλο αλλά κουράστηκα να συγκατοικώ με το πρόβλημα και το σπίτι μου παραείναι μικρό για τέτοιου μεγέθους ενοίκους. Δεν χωράμε. Λοιπόν ιδού. Ρηξικέλευθη και φρέσκια ιδέα, βγαλμένη μόλις από το κουτί των Σπουδαίων Συμβουλών Για Την Επιβίωση. Το χαρτάκι του tip το λέει ξεκάθαρα: Αλλάζεις εαυτό. Ο παρών εαυτός μου βέβαια, αδυνατεί να συγκρατήσει την ειρωνεία του, σουφρώνει την μούρη και σχολιάζει σαν μαύρη οχιά. «Α ναι; Εύκολο ακούγεται μωρέ, εντάξει, αυτό να κάνεις» Αλλά δεν πτοούμαι με τις εξυπνάδες του. Γιατί δηλαδή να μην γίνεται να αλλάξει κανείς εαυτό; Αφού έχω ένα πρόβλημα που αυτός ο συγκεκριμένος και ενεργός- προς το παρόν- εαυτός μου αρνείται να μου το λύσει και σφυρίζει αδιάφορα ή εν πάση περιπτώσει αδυνατεί βρε παιδί μου να το αναλάβει επειδή υπολείπεται σε ικανότητα, γιατί να μην βρω έναν καινούργιο να μου κάνει την δουλειά; Οι μέρες είναι δύσκολες κύριοι και επιπλέον, ουδείς αναντικατάστατος (για να πω και το κλισέ μου). Μη σου πω κιόλας ότι αφού το ζόρι μου αφορά πρόβλημα εσωτερικό το οποίο με έναν τρόπο δεν μπορεί παρά να έχει απλώσει τα ποδάρια του και μέσα στον τώρα εαυτό μου η ίδια η αλλαγή εαυτού ενδέχεται να το εξαφανίσει κόβοντας του τα ποδάρια (αν το κολλήσει αυτό κανείς στο άλλο γνωστό κλισέ που διαβεβαιώνει ότι ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια, διάβολος σαρανταποδαρούσα δηλαδή, μπορεί να έχω μια ελπίδα να το καταστήσω τουλάχιστον κουτσό). Ορίστε λοιπόν, το βρήκα το μυστικό, όλε, αυτό θα κάνω. Αγαπητέ εαυτέ θα αναγκαστώ να σε αφήσω, χάρηκα για την συνεργασία, να τα λέμε πού και πού, πέρνα αν θες και από το λογιστήριο να κάνουμε την σούμα και να πας στο καλό. Μετά, θα προσλάβω έναν άλλον με καλύτερες προδιαγραφές, μεγαλύτερες αντοχές, ικανό να λύνει τα προβλήματα και να πιάνει πέτρες και να τις στύβει ώσπου να τις κάνει πετρόζουμο!
Ορίστε; Τί εννοείς δεν γίνεται αυτό; Τι εννοείς δέχεσαι να βελτιωθείς σε ορισμένους τομείς αλλά αρνείσαι να φύγεις; Γιατί δεν μπορώ να σε διώξω; Είναι μάταιο; Για πάντα μαζί; Εγώ και εσύ, για ΠΑΝΤΑ;
Τα πιάσαμε τα λεφτά μας...

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Χωρίς ομπρέλα και με παπούτσια απολύτως ακατάλληλα με βρήκε το φθινόπωρο. Με τις προβλέψεις της ΕΜΥ να με αφήνουν αδιάφορη, αιφνιδιάστηκα η καλή σου Σεπτέμβρη μήνα από την μπόρα. Με πίστη ακλόνητη σε ένα καλοκαίρι διαρκείας, κοιτούσα τον ουρανό αποσβολωμένη, ως άλλος Έλλην πολιτικός αιφνιδιασμένος τάχα από το μέγεθος της κρίσης. Μούσκεμα, γύρισα τρεχάτη στο σπίτι, αλλά τα ρούχα στην απλώστρα είχαν ήδη γίνει χάλια μαύρα. Τώρα πια δεν σώζονται, θέλουν αναγκαστικά πλύσιμο και στέγνωμα ξανά από την αρχή. Οπότε τί να έκανα, ανάγκα και θεοί πείθονται, τα μάζεψα όπως-όπως έτσι βρεγμένα και τα έβαλα πάλι στο πλυντήριο. Ορίστε, τώρα το ακούω μέσα που μουγκρίζει στο στύψιμο. Όταν τελειώσει με τα μουγκρητά, σκοπεύω να στήσω την απλώστρα στην μέση του σαλονιού και επειδή όλη η υπόλοιπη ντουλάπα μου βρίσκεται στο καλάθι των απλύτων, ελπίζω να προλάβει κατιτίς να στεγνώσει για να φορέσω καθαρή αλλαξιά αύριο. Διαφορετικά, καλά να πάθω η απρόσεχτη ηλίθια, θα φορέσω τα βρόμικα, θα μάθω να κοιτάω τις προβλέψεις του καιρού και ούτε μιλιά. Καταλαβαίνετε τί λέω έτσι;
Λέω, πως αν αύριο δεν έχω βρακί να βάλω, ο τελευταίος που θα φταίει θα ‘ναι η βροχή.

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Περπατάς. Η μέρα φωτεινή, η διάθεση καλή, ο δρόμος ομαλός, τα βήματα σταθερά. Ξαφνικά κάτι στραβώνει κάπου στον αστράγαλο, το πόδι μπλέκεται, σφηνώνει σε μια μαγική ρωγμή και η όλο χάρη κίνηση σου διακόπτεται. Μένεις ακίνητος με το πόδι αγρίως στραμπουληγμένο. Στην προσπάθεια αναζήτησης φταίχτη και αιτίας ανακαλύπτεις τα εξής αγριευτικά. Μια κλωστούλα λεπτή, διάφανη και ανθεκτική σαν πετονιά γύρω από τα πόδια, σε έχει τυλίξει και σου ανακόπτει την πορεία. Αν δεις καλύτερα στο φως, καταλαβαίνεις πως μάταια γυρεύεις τον κόμπο, την αρχή και το τέλος της κλωστής. Αυτή η ύπουλη ανεβαίνει κατά μήκος του ποδιού σου, ξεπερνά τους μηρούς και χώνεται κατευθείαν έτσι σκληρή και γυαλιστερή στην κάτω κοιλιακή σου χώρα.
Μιλώ ειλικρινά, δεν έχω βρει ως τα τώρα στον δρόμο μου ούτε ένα δέσιμο τόσο δα, ούτε μισό κόμπο, που να μην έχει τις πρώτες ρίζες του στα ροδαλά σωθικά μου.
Το παιχνίδι. Στο προσφέρουν μέρα εορταστική, από εκείνες που ο κόσμος χαμογελάει και δείχνει να σε συμπαθεί. Τυλιγμένο σε ένα πολύχρωμο και γεμάτο γυαλιστερά ψέματα χαρτί το οποίο σκίζεις ανηλεώς με δάχτυλα τρεμάμενα, ανακαλύπτεις ένα κουτί. Τα περιεχόμενα του θα τα μελετήσεις αργότερα ένα προς ένα, όταν η εορταστική μέρα και ο ενθουσιασμός της προσφοράς του ανέλπιστου δώρου περάσουν. Στην ησυχία του μικρού καθιστικού λοιπόν, το ανοιγμένο πια κουτί σου δείχνει να κρύβει στην κοιλιά του τα απολύτως απαραίτητα. Πιόνια, ζάρια και ένα ταμπλό με αφετηρία, πιθανές διαδρομές, στάσεις και ένα τέρμα. Ο συμβολισμός είναι τόσο ξεκάθαρος που το μόνο που θες προς στιγμή, είναι να του βγάλεις την γλώσσα και να το πετάξεις έξω από το παράθυρο. Και όμως, φύση ανθρώπινη, φύση περίεργη, απλώνεις το χέρι προς το τυπωμένο ιλουστρασιόν χαρτί των οδηγιών. Δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό για το παιχνίδι από τις οδηγίες. Δίχως αυτές κρατάς στα χέρια σου έναν άχρηστο σωρό από μικροαντικείμενα άγνωστης χρήσης. Διαβάζεις προσεκτικά. Ζάρι, κίνηση, ενέργεια, αποτέλεσμα. Στόχος το τέρμα. Εκκίνηση η αφετηρία. Υπέροχα. Κατανοείς πλήρως τις οδηγίες, την λογική του παιχνιδιού, πιθανολογείς για την καλύτερη στρατηγική. Μετά, παίρνεις τηλέφωνο τον φίλο, να έρθει το απόγευμα βρε αδερφέ, να φάτε κέικ και να παίξετε. Άλλωστε αυτός το έφερε το δώρο-παιχνίδι. Εντάξει λοιπόν, ορίστε, το κανονίζεις, φτιάχνεις και το κέικ, καταφτάνει και εκείνος στην ώρα του και κάθεστε ανέμελοι για μια παρτίδα. Εξηγείς τους κανόνες. Τους εξηγείς δις. Κάνει ερωτήσεις. Βεβαιώνεις ότι έχει καταλάβει τις οδηγίες, τουλάχιστον όσο καλά τις έχεις καταλάβει και εσύ. Και ξεκινάτε. Καθώς όμως το παιχνίδι εξελίσσεται αντιλαμβάνεσαι πως ο συμπαίκτης σου είναι από εκείνους που θα μπορούσαν να παίξουν σκάκι με πούλια απο το τάβλι και μπάσκετ με τα πόδια. Δεν ακολουθεί τις υποδείξεις της εκάστοτε ζαριάς, προσπερνάει την σειρά σου παίζοντας για γύρους ολόκληρους μόνος, αγνοεί τα αποτελέσματα των ενεργειών και αδυνατεί παρά τις προσπάθειες σου να συνειδητοποιήσει πως τα πιόνια οφείλουν να κινούνται απαραιτήτως εντός του ταμπλώ. Όταν πια η δραματική παρτίδα λήγει, άδοξα βεβαίως, με τα χέρια σου να υψώνονται στον ουρανό με απόγνωση καθώς εκλιπαρείς για έλεος και μια δόση συνεργασίας, εκείνος χαμογελά.

-Μα δεν θυμάσαι τότε που σου είχα πει πως δεν μου αρέσουν τα επιτραπέζια;

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Σσσσς. Ήσυχα. Ήσυχα. Ούτε λέξη. Μην ακουστεί ούτε ψίθυρος, ούτε αχ. Να μην μιλάς και ότι και αν πεις, να ναι από μέσα σου. Σιωπηλά, αθόρυβα, ήσυχα. Σσσς. Το δάχτυλο να φράζει τα χείλη. Και ύστερα, όταν θα περπατάς μια νύχτα στις γειτονιές, θα δεις τις φλέβες των σπιτιών να πάλλονται, τα εξώφυλλα των παραθύρων να βγάζουν δόντια, τα ρόπτρα στις πόρτες να αστράφτουν και μια κραυγή να απλώνεται. Μια φωνή καταμεσής της νύχτας, να σπάει χίλια γυάλινα κομμάτια, βροχή στην άσφαλτο, ένα καρφί, ένα «φτάνει».
Η κραυγή σου.